προσπαθώ

προσπαθώ
(ε) αμετ.
1) прилагать усилия; стараться;

προσπαθώ με όλες μου τίς δυνάμεις — стараться изо всех сил;

2) стремиться, пытаться

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "προσπαθώ" в других словарях:

  • προσπαθώ — προσπαθῶ, έω, ΝΜΑ [προσπαθής] 1. εντείνω συγχρόνως τις σωματικές και τις πνευματικές μου δυνάμεις για την επίτευξη ενός σκοπού 2. δοκιμάζω, αποπειρώμαι («προσπάθησε να μέ κοροϊδέψει») μσν. αρχ. υφίσταμαι την επίδραση από την επαφή με κάτι,… …   Dictionary of Greek

  • προσπαθώ — προσπαθώ, προσπάθησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • προσπαθώ — προσπάθησα, καταβάλλω κόπο για κάτι, δοκιμάζω, κάνω απόπειρα: Προσπάθησε να κρύψει το πρόσωπό του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προσπαθῶ — προσπᾱθῶ , προσπάω draw on aor subj pass 1st sg (attic epic doric aeolic) προσπαθέω feel passionate love for pres subj act 1st sg (attic epic doric) προσπαθέω feel passionate love for pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπάθω — προσπάσχω experience in addition aor subj act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άρνυμαι — ἄρνυμαι (Α) 1. προσπαθώ να εξασφαλίσω ή να διασώσω 2. αποκτώ, κερδίζω 3. (με κακή σημασία) παίρνω εκδίκηση, τιμωρώ 4. εκλέγω, προτιμώ 5. μεταφέρω, ανέχομαι, σηκώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ασθενής βαθμίδα αρχαίου ενεστώτα με επίθημα νυ , ο οποίος έχει άμεση… …   Dictionary of Greek

  • δάκνω — (AM) 1. δαγκώνω, πληγώνω με τα δόντια 2. κεντώ, ερεθίζω 3. (για τον νου, το πνεύμα ή την καρδιά) λυπώ, στενοχωρώ («δάκε δὲ φρένας Ἕκτορι μύθος» ο λόγος στενοχώρησε τον Έκτορα) μσν. διαπερνώ, διατρυπώ αρχ. 1. σφίγγω απλώς ή κρατώ κάτι με τα δόντια …   Dictionary of Greek

  • αναγυρεύω — (Μ ἀναγυρεύω) 1. προσπαθώ να βρω, αναζητώ επίμονα 2. προσπαθώ να θυμηθώ 3. κάνω μνεία κάποιου που απουσιάζει, αναφέρω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + γυρεύω. ΠΑΡ. αναγύρευση ( ις)] …   Dictionary of Greek

  • δίζημαι — (Α) 1. αναζητώ ανάμεσα σε πολλούς 2. προσπαθώ, επιδιώκω 3. (με απαρμφ.) προσπαθώ να κάνω κάτι («βίαια δίζηνται λαβεῑν», Αισχ.) 4. ζητώ πληροφορίες, εξετάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για αθέματο ενεστώτα με αναδιπλασιασμό που προέρχεται από αρχικό τ.… …   Dictionary of Greek

  • δημαγωγώ — (AM δημαγωγῶ, έω) [δημαγωγός] είμαι δημαγωγός, εξασφαλίζω την εύνοια τού λαού με απατηλά μέσα αρχ. 1. είμαι ηγέτης τού δήμου, τού λαού 2. προσπαθώ να αποκτήσω την εύνοια κάποιου, σαγηνεύω κάποιον εκμεταλλευόμενος τα πάθη του («ἀλλ ἦ δημαγωγεῑ… …   Dictionary of Greek

  • διαπειρώμαι — διαπειρῶμαι ( άομαι) (Α) [πειρώμαι] 1. δοκιμάζω κάποιον ή κάτι 2. προσπαθώ, επιχειρώ με επιμονή 3. προσπαθώ να δωροδοκήσω 4. γνωρίζω καλά, έχω πείρα σε κάτι …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»